Ερμηνείες:
1) βγαίνω εις υπάντησιν
2) πυροβολώ άμα πλησιάσει ο ξενιτεμένος
3) κατά τον χορόν γονατίζω μπροστά στο γαμπρό ή τη νύφη ή στο συγγενή του ενός και της άλλης
που χορεύει μαζί τους, για να με πληρώσουν κάτι. Αυτό το κάμνουν και τώρα οι οργανοπαίκτες
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη καρσ̌ιλαμάκ
Παράδειγμα:
Ντ’ εσέβεν σο χορόν να χορεύ’ με τη νύφεν και ο λυριτσ̌ής εγαρσ̌ιλάεψεν ατον.