Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουρεμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: κουρεμένος Προφορά: κουρεμένος
  1. καημένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Υπόφερα εφτά χρόνια ο κουρεμένον.

  2. στρωμένος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια