Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαρδιλώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαρδιλώνω Προφορά: γαρδιλώνω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ανοίγω πολύ τα μάτια

    Προέλευση:
    από το επίθετο γαρδίλης = αυτός που έχει μεγάλα μάτια

  2. γουρλώνω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Γαρδιλώνω (τ'ομμάτεα μ') = γουρλώνω (τα μάτια μου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια