Επιπλέον Ερμηνεία: κάμνω κρότον
Ποιητικό
Προέλευση: από το αρχαίο γαργαρίζω από το ονοματοποιημένο φθόγγο γάρ-γάρ
Παράδειγμα: Γαργάριξεν η μαστραπά, εγνέφιξεν ο δράκον.
Ενεστώτας: γαργαρίζω Παρατατικός: εγαργάριζα Μέλλοντας: θα γαργαρίζω Αόριστος: εγαργάριξα / εγαργάρισα / εγαργάρ'σα / εγαργάρτσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.