Ερμηνεία: κάνω τον άλλο να χάνει το θάρρος του
Παράδειγμα: Εντώκα κι εγιλντούρεψα το ζων.
Παράγωγο: γιλντούρεμαν
Ενεστώτας: γιλντουρεύω Παρατατικός: εγιλντούρευα Μέλλοντας: θα γιλντουρεύω Αόριστος: εγιλντούρεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.