Ερμηνείες: 1) η πληγή φλογίζει, κοκκινίζει από πυρετό 2) το φυτό μεγαλώνει πολύ και διακλαδίζεται 3) το ποτάμι πλημμυρίζει πολύ
Προέλευση: από το ρήμα χολομαχώ, συνθετικά χολή + μάχομαι
Ενεστώτας: θολομαχͮώ Παρατατικός: εθολομάχͮεινα Μέλλοντας: θα θολομαχͮώ Αόριστος: εθολομάχͮησα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.