Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θολομαχώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: θολομαχͮώ Προφορά: θολομασώ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) η πληγή φλογίζει, κοκκινίζει από πυρετό
    2) το φυτό μεγαλώνει πολύ και διακλαδίζεται
    3) το ποτάμι πλημμυρίζει πολύ

  2. θυμώνω, στενοχωριέμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το ρήμα χολομαχώ, συνθετικά χολή + μάχομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια