Ερμηνεία:
κομματάκι ψωμί που βάζει κάποιος στο πιάτο του, για να το μουσκέψει
Ιδίωμα:
Άδισσας
Παράδειγμα:
Το θρύμμαν ντο έθρυψαν, έρθεν σο χουλιάρ’ν ατουν.
Ερμηνείες:
1) μικρή μπουιά ψωμιού σε φαγητό νερουλό
2) κομμάτι οποιουδήποτε πράγματος
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό θρύμμα = ψύχουλο ψωμιού