Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θήμισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θήμισμαν Προφορά: θήμισμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ιδιαίτερος χορός με βραδέα ρυθμικά βήματα αποτελούμενος αλλού από 7 ανδρόγυνα και αλλού και 9 και 11 δηλ. περιττού αριθμού. Κατ’ αυτόν έψαλλαν το "Σήμερον μαύρος ουρανός", βαστούσαν λαμπάδες τα μεν στέφανα δύο ο δε γαμπρός με τη νύφη τρία

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη φημίζω = διασπείρω φήμες

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    τα κάλαντα

Παρατηρήσεις - Σχόλια