Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Μάνα ’κί παίρω σαράφ’ απάν’ ατ’ ξάϊ ’κ’ έχͮ’ ινσάφ’.
Ενικός: ινσάφ' Πληθυντικός: ινσάφα̤ (εμφατικός πληθυντικός)