Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουντό [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουντό Προφορά: κουντό
  1. κοντά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμισού

    Παράδειγμα:
    Λάλησεν τα τρία παιδιά κουντό του και είπεν τα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια