κουνοδέμα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουνοδέμα̤
Προφορά: κουνοδέμεα
-
δύο μακρόστενα υφάσματα μάκρους ως ενάμιση μέτρο, με το ένα εκ των οποίων έδεναν τα χέρια του μωρού στην κούνια και με το άλλο τα πόδια. Στην άκρη είχαν κασίκια (με φούντες, βλ.λ. κασίκια), τα οποία τύλιγαν στην καμάρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)