Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Μίαν σα λαλάτσ̌α̤ και μίαν σα χώματα κρούομε και κατηβαίνουμε γιλγούνια ση θάλασσαν.
Επίθετο:
γιλγούντς, -ούναινα, -ν'κον (δειλός)
Ομόρριζα - Παράγωγα:
γιλγουνλούχ' (δειλία)
γιλγουνωτός (ολίγο δειλός)
γιλγουνλαεύω (δειλιάζω)