Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θεοχάλαστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: θεοχάλαστος Προφορά: θεοχάλαστος
  1. καταραμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    τον οποίον χάλασε ο Θεός

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παραδείγματα:
    1) Έρθεν ο Μάρτς αγέλαστον και ο θεοχάλαστον.
    2) Τη νύφεν την θεοχάλαστον να τρώγει ατεν ο Χάρον.

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    εκείνος που τον χάλασε ο Θεός

Παρατηρήσεις - Σχόλια