Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορδανίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορδανίν Προφορά: ορδανίν
  1. καπνοδόχος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    άνοιγμα της στέγης από το οποίον έβγαινε ο καπνός. Αν ήταν χτισμένο (καπνοδόχη), έφερε σκέπασμα με μεγάλη λίθινη πλάκα (πλακίν) ή κεραμίδια

    Ιδίωμα:
    Μετέν τη Μελετή

    Βλ. λ. ρδανίν

Παρατηρήσεις - Σχόλια