Προέλευση: από το μεταγενέστερο επίθετο θηλυκός
Ιδίωμα: Όφεως
Παράδειγμα: Η πατσή φτάει κασαβέτ’ ούτσ̌ εποίτσ̌ε θελυκό.
Αρσενικό Ενικός: θελυκός Πληθυντικός: θελυκοί
Θηλυκό Ενικός: θελυκέσα Πληθυντικός: θελυκοί
Ουδέτερο Ενικός: θελυκόν Πληθυντικός: θελυκά
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.