Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καϊρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καϊρεύω Προφορά: καϊρεύω
  1. προστατεύω, υποστηρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη καγιρμάκ'

    Παράδειγμα:
    Πάντα καΐρευεν τη μικρέσαν τη συννύφ’σαν ατ’ς.

  2. παρέχω βοήθεια, προστασία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια