Προέλευση: από τη λέξη καλός και την τουρκική λέξη konmak
Παράδειγμα: Γιά σούκ’ και καλοκόνεψον και ση χωρί’ τη μέσεν.
Ενεστώτας: καλοκονεύω Παρατατικός: εκαλοκόνευα / καλοκόνευα Μέλλοντας: θα καλοκονεύω Αόριστος: εκαλοκόνεψα / καλοκόνεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.