Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καλογερίτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καλογερίτα Προφορά: καλογερίτα
  1. ποικιλία μήλου στενόμακρου που ωρίμαζε το Νοέμβρη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

Παρατηρήσεις - Σχόλια