Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη κάλλος=ομορφιά
Παράδειγμα:
Η κουτσ̌ή άς σού ετράνυνεν, εκάλλυνεν.
Προέλευση:
από το ιωνικό καλλύνω όπου είχε την έννοια του εξωραΐζω, ομορφαίνω
<όταν εν κακοίσι τις αλούς έπειτα τούτο καλλύνειν θέλη- Σοφοκλέους Αντιγόνη 496>
Χρόνοι:
παρατατικός: εκάλλυνα
μέλλοντας: θα καλλύνω
αόριστος: εκάλλυνα
Προστακτική:
κάλλυνον!
Παραδείγματα:
1) Δόξα σοι ο Θεός, καλλύνω και πάω!
2) Πώς εκάλλυνες ατ’ς
3) Κάλλυνον κι εσύ αν επορείς!