Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καλλύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καλλύνω Προφορά: καλλύνω
  1. αναρρώνω, ομορφαίνω γυρίζω από την αρρώστεια πρός το καλό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη κάλλος=ομορφιά

    Παράδειγμα:
    Η κουτσ̌ή άς σού ετράνυνεν, εκάλλυνεν.

  2. γίνομαι ωραίος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ομορφαίνω, παχύνω πηγαίνω προς το καλύτερο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικό καλλύνω όπου είχε την έννοια του εξωραΐζω, ομορφαίνω
    <όταν εν κακοίσι τις αλούς έπειτα τούτο καλλύνειν θέλη- Σοφοκλέους Αντιγόνη 496>

    Χρόνοι:
    παρατατικός: εκάλλυνα
    μέλλοντας: θα καλλύνω
    αόριστος: εκάλλυνα

    Προστακτική:
    κάλλυνον!

    Παραδείγματα:
    1) Δόξα σοι ο Θεός, καλλύνω και πάω!
    2) Πώς εκάλλυνες ατ’ς
    3) Κάλλυνον κι εσύ αν επορείς!

Παρατηρήσεις - Σχόλια