Παράδειγμα: Αρνί μ’, θα πιασλιαεύω σε ας σον κύρη σ’ καλλίον.
Ποιητικό: κάλλιον
Παράδειγμα: Κάλλιον ’κί σκοτώνω σε κι ας λέγ’νε εφοβέθεν.
Προέλευση:
από το επίρρημα καλώς
Προέλευση:
από το αττικό κάλιον
<Άνδρες δ’ αψ εγένοντο νεώτεροι, η πάρος ήσαν και πολύ καλλίονες... - κι έγιναν πάλι οι άνδρες νεώτεροι και πιο καλοί απ’ ότι πριν - Οδύσσειας Κ 396>
Σχόλιο:
τροπικό επίρρημα, παράγωγο στο συγκριτικό του επίθετου καλός, παραθετικό. Καλλίων (ο και η) και κάλλιον στον συγκριτικό και κάλλιστος- καλλίστη- κάλλιστον, στον υπερθετικό
Παράδειγμα:
Ασά πρωτεισ’νά κι άλλο καλλίον είμαι (είμαι καλύτερα από πριν)