Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
καλκεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: καλκεύω
Προφορά: καλκεύω
καβαλκεύω, καβαλικεύω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Νικόπολις
Παράδειγμα:
Είδανε εύκαιρον τον γάϊδαρον κ’ έτρεξαν να καλκεύ’νε.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
καβαλκεύω
καγαλκεύω
Παρατηρήσεις - Σχόλια