Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Τρώει, τρώει και τράμ’ κρέας ’κι θέκ’. (θέκω κρέας, βάλλω κρέας = παχαίνω)
2) Θέκον ατουκά τ’ ορτάρι σ’. (βάλλω)
3) Εσ'κώθεν κι εθέκεν ατο. (θέκ’ ατο = φεύγω)
4) ’Κι θέκω σο σ̌κοινίν. (δεν δίνω σημασία)
5) Εθέκεν σ’ ομμάτ’ τη γειτονά τ’ το ζων. (θέκω σ’ ομμάτ’ = επιθυμώ,ζητώ να οικειοποιηθώ)
6) περηφανεύομαι (Ιδίωμα: Άδισσας)
Προέλευση:
από το ρήμα έθηκα, που είναι ο αόριστος της οριστικής του αρχαίου ρήματος τίθημι
Ιδίωμα:
Σαντάς
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα τίθημι (έθηκα)
Προέλευση:
από το αρχαίο τίθημι
< Βούν έθηκε μέγαν... Ιλιάδος Ψ 750>
< σπείσας δ' αίθοπα οίνον Οδυσσήι πτολιπόρθω εν χέρεσιν έθηκεν... και μαύρο κρασί στάζοντας προσέφερε του Οδυσσέα- Οδύσσειας Ξ 488>
Προστακτική:
θέκον και θήκον!
Παραδείγματα:
1) « εθέκεν τ' άρματα αφκά κι έσ'κωσεν ψηλά τα χͮέρα̤ τ'»
2) « εθέκαν γαύλ' για το ποιός ατουν έχͮ' δίκαιον» ( έβαλαν στοίχημα ποιος απ' τους δυο έχει δίκαιο)