Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θήκω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: θήκω Προφορά: θήκω
  1. τοποθετώ, βάλλω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης, Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Θήκον την κούφαν σο πεγάδ’ και τέρεν πώς γομούται. (βάλλω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια