Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θελκοβολέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. θελκοβολέα , 2. θελ'κοβολέα Προφορά: θελκοβολέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    πολλά κορίτσια

    Παράδειγμα:
    Ασην θελ'κοβολέαν να εδέβαινες ’κ’ επόρ’νες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια