Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μέγας (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μέγας Προφορά: μέγας
  1. μεγάλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Μικρόν μουδέ μέγαν μουδέ το βασιλέαν. (με μεγάλη θέση)
    2) Τ’ οσπίτι μ’ μέγαν και πλατύν.
    3) Αλήθεια ατό ας όλα μέγα ήτουνε (Ιδίωμα: Άνω Αμισού)
    4) Απέσ’ ση μεγάλ’ μέσεν. (μπροστά σε όλους)
    5) Άρμα πίρμα και το μέγα έλεος. (φορεμένα τα γιορτινά, οπλισμένος και με μεγαλείο)

  2. το πάρα πολύ μεγάλο, το ασύγκριτα μεγάλο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    Συναντιέται και στην κοινή δημοτική.

    2.Σχόλια:
    Στο Ποντιακό ιδίωμα η λέξη έχει υπερθετική έννοια.
    Είναι επίθετο τριγενή - τρικατάληκτο:
    ο μέγας / η μεγάλη / το μέγα

    3. Παράδειγμα:
    και σοι λειβαδί' την άκραν έστεκεν δέντρον και μέγα - και στην άκρια του λιβαδιού υπήρχε θεώρατο δέντρο (απόσπασμα από ποντιακό δημώδες)

    4. Αναφορά:
    κατέκειτο μέγας σύς... (Οδύσσειας Τ 439)

Παρατηρήσεις - Σχόλια