Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μεγαλύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μεγαλύνω Προφορά: μεγαλύνω
  1. μεγαλώνω παίρνω θέση ή βαθμό ανώτερο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εσύ μικρίκον τράνυνον κι ογώ ας μεγαλύνω. (τρανύνω - μεγαλώνω)
    2) Εμεγάλυνεν κι άλλο ’κι καταδέχκεται. (παίρνω θέση ή βαθμό ανώτερο)

  2. γίνομαι μεγάλος στην ηλικία, στην περιουσία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια