Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yikmak
Παράδειγμα: Εχάλασα κι εγίκωσα, κι ερήμωσα κι εξέβα.
Ενεστώτας: γικώνω Παρατατικός: εγίκωνα Μέλλοντας: θα γικώνω Αόριστος: εγίκωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.