Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισκιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ισ̌κιάζω Προφορά: ισκιάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) ρίχνω σκιά
    2) Μικρόν κορίτσ’, επόρ’νεν κι ίσ̌κιαζεν σον κύρ’ν ατ’ς καικά.(κάμνω σκιάν)
    3) βλέπω στο σκοτάδι αμυδρά (ενεργητική και μέση φωνή)
    4) αισθάνομαι φόβο (μέση φωνή)

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα σκιάζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια