Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαχμουρλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μαχμουρλής Προφορά: μαχμουρλής
  1. εκείνος που σηκώνεται πρόωρα από τον ύπνο και γι’ αυτό είναι νυσταλέος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. αγουροξυπνημένος, αργός, βραδύς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Θηλυκό γένος :
    μαχμουρλού

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λεξη mahmur

Παρατηρήσεις - Σχόλια