Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλεύριν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αλεύριν Προφορά: αλεύριν

Παρατηρήσεις - Σχόλια