Προέλευση: από τα συνθετικά εν + κουνίν
Ενικός: εγκούνιν / εγκούν' Πληθυντικός: εγκούνια / εγκούνα̤
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στον Πληθυντικό.