Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζιμπόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌ιμπόν' Προφορά: τζιμπόν
  1. φλογέρα, πίπιζα 1) φυτό που έχει στέλεχος κενό από το οποίο κάνουν φλογέρες 2) όργανο της εριουργίας 3) τούφα μαλλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια