τζιμπόν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌ιμπόν'
Προφορά: τζιμπόν
-
φλογέρα, πίπιζα
1) φυτό που έχει στέλεχος κενό από το οποίο κάνουν φλογέρες
2) όργανο της εριουργίας
3) τούφα μαλλιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης