εγκόλπιον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: εγκόλπιον
Προφορά: εγκόλπιον
-
ασημένια θήκη πλακέ με αλυσίδα, μέσα στην οποία τοποθετούσαν ή ευχές ή μαγικά γράμματα ή σύμβολα των τσ̌ιντζήδων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
φυλαχτό κρεμασμένο στο λαιμό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
εγκόλπιο
το φυλαχτό επιστήθιο
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη