Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εγκόλπιον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εγκόλπιον Προφορά: εγκόλπιον
  1. ασημένια θήκη πλακέ με αλυσίδα, μέσα στην οποία τοποθετούσαν ή ευχές ή μαγικά γράμματα ή σύμβολα των τσ̌ιντζήδων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. φυλαχτό κρεμασμένο στο λαιμό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. εγκόλπιο το φυλαχτό επιστήθιο Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια