Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εγκλεσία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εγκλεσία Προφορά: εγκλεσία
  1. εκκλησία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό εκκλησία

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Πώς επορεί και στέκ’ απέσ’ σην εγκλεσίαν ο δά̤βολον;

  2. εκκλησία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια