Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζιγάρος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζιγάρος Προφορά: τζιγάρος
  1. τσιγάρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη zigaro

Παρατηρήσεις - Σχόλια