Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζερέπς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τζερέπ'ς Προφορά: τζερέπς
  1. λιπόσαρκος, κοκκαλιάρης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη djerib

Παρατηρήσεις - Σχόλια