Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζεβαΐρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζεβαΐρ' Προφορά: τζεβαΐρ
  1. διαμάντι πολύτιμος λίθος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη djevahir

Παρατηρήσεις - Σχόλια