Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζαρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τζαρεύω Προφορά: τζαρεύω
  1. 1) μαζεύω τα σκουπίδια 2) σκουπίζω επιφανειακά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια