Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yikmak
Υποκοριστικό: γικόπον
Ομόρριζο - Παράγωγο: γικώνω (ερειπώνω, χαλάνω) γίκωμαν
Ενικός: γίκιν / γίκ' Πληθυντικός: γίκια / γίκα̤