Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ἐκδέρω
Βλ. λ. γδέρω
Παθητική: εγδέρκουμαι = γδέρνομαι
Ενεστώτας: εγδέρω Παρατατικός: έγδερα / εγδέρ'να Μέλλοντας: θα εγδέρω Αόριστος: έγδειρα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.