Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χασχιεμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: χασχιεμένος Προφορά: χασχιεμένος
  1. βρασμένος, ανίκανος, δειλός, φοβιτσιάρης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα ρήματα χασχιεύω/χασχιεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια