Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
χασχιεμένος (ο)
[Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: χασχιεμένος
Προφορά: χασχιεμένος
βρασμένος, ανίκανος, δειλός, φοβιτσιάρης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από τα ρήματα χασχιεύω/χασχιεύκουμαι
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια