Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαλαχτάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαλαχτάν Προφορά: μαλαχτάν
  1. Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Σχόλια:
    είδος εδέσματος σε τηγάνι με καβουρδιστό αλεύρι, ελάχιστο νερό και βούτυρο.
    1. Προέλευση:
    από το αττικόν μαλάττω.

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: μαλάζω
    Παρατατικός: εμάλαζα
    Μέλλοντας: θα μαλάζω
    Αόριστος: εμάλαξα
    Προστακτική: μάλαξον!
    Παράγωγα ουσιαστικά: μαλέζ', κοινώς κουρκούτι.

    3. Παράδειγμα:
    Ριγομένος είμαι, έλα μάλαξον ολίγον τ' ωμία μ'. - είμαι κρυωμένος έλα κάνε με εντριβή στην πλάτη.

    4. Αναφορά:
    Ει τα μέν σκήτη νομίζομεν υπό ελαίου μαλαττόμενα... (Λουκιανού Ανάχαρσις 24)

Παρατηρήσεις - Σχόλια