Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έζεψεν [Ρήμα]

Προφορά: έζεψεν
  1. 1) το παράκανε 2) καβάλησε το καλάμι (μεταφορικά) 3) ξεφάντωσε ερωτικά Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια