Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εγουρεύτα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εγουρεύτα Προφορά: εγουρεύτα
  1. νοικοκυρεύτηκα (μεταφορικά), βολεύτηκα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια