Προέλευση: β' τύπος αόριστου του ρήματος βοάω-ω
Παράδειγμα: Μίαν ν’ έντριζεν έναν κορίτσ’, εβόναξαν ατο και είπαν ατο.
Ενεστώτας: βοώ Παρατατικός: εβόανα Μέλλοντας: θα βοώ Αόριστος: εβόεσα , εβόξα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Το συγκεκριμένο λήμμα δίνεται σε τύπο του Αορίστου (πβ. Σχόλια πηγής).