Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγιάγλωτον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγιάγλωτον Προφορά: αγιάγλωτον
  1. χωρίς λίπος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια