Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αβοτάνιγον (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αβοτάνιγον Προφορά: αβοτάνιγον
  1. το αβοτάνιστο, το γεμάτο ζιζάνια Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια