Παράδειγμα: Πάντα έναν εβζοκούτ’ αγοράζ’.
Υποκοριστικό: εβζοκουτόπον
Ενικός: εβζοκούτιν / εβζοκούτ' Πληθυντικός: εβζοκούτα̤