Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άβλαβον (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άβλαβον Προφορά: άβλαβον
  1. απείραχτο, άθικτο, παρθενικό Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια