Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αβάς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αβάς Προφορά: αβάς
  1. Ηγούμενος καθολικού μοναστηριού Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια